Η ιστορία των Εβραίων της Κρήτης

Το νησί της Κρήτης έχει μία ιδιαίτερη ιστορία, λόγω της σχετικής απομόνωσής του από την ηπειρωτική Ελλάδα και την εγγύτητά του με την βόρεια Αφρική, την Αίγυπτο και τις ακτές της Παλαιστίνης. Ανάλογα με την εξουσία που κυριαρχούσε κατά περιόδους στην ανατολική Μεσόγειο, η Κρήτη βρέθηκε υπό διάφορες επιρροές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές.

 

Μετά από ένα μεγάλο διάστημα απομόνωσης με εσωτερικές έριδες, η Κρήτη βρέθηκε στο κέντρο του ελληνιστικού κόσμου που είχε δημιουργηθεί μετά τον Μεγάλο Αλέξανδρο. Στα πλαίσια αυτού του κόσμου, μεγάλοι πληθυσμοί Εβραίων μετακινήθηκαν σε σημαντικές ελληνιστικές πόλεις, όπως ήταν η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Έφεσσος και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι πολλοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν και στην Κρήτη που, καθώς ήταν κοντά στα μεγάλα ελληνιστικά κέντρα, βρέθηκε στο κέντρο νέων δρόμων του εμπορίου, που τα ένωναν με τη Ρόδο, τη Δήλο και τη Θεσσαλονίκη.

 

Οι Εβραίοι της Κρήτης αναφέρονται για πρώτη φορά στο Β΄ Μακκαβαίων και φαίνεται ότι είχαν κοινότητα στη Γόρτυνα. Η πόλη αυτή ήταν διοικητικό κέντρο κατά τα ελληνιστικά χρόνια και προσέλκυσε τεχνίτες και μάστορες από την Αλεξάνδρεια. Είναι πιθανό, επομένως, τα πρώτα μέλη της κοινότητας αυτής να προέρχονταν από την Αίγυπτο. Επίσης, ορισμένες επιγραφές που βρέθηκαν στη Δήλο αναφέρουν την ύπαρξη κοινότητας Σαμαρειτών στην Κνωσό του Ηρακλείου κατά τον 1ο αι. π.Χ., επομένως είναι πιθανό να υπήρχε και εκεί εβραϊκή παρουσία.

 

Ν. Σ.

Με τη ρωμαϊκή κατάκτηση του νησιού το 67 π.Χ., η Κρήτη συνδέθηκε διοικητικά με την Κυρηναϊκή (Λιβύη). Για τους Κρήτες, και ειδικότερα για τους Εβραίους Κρήτες, γίνεται αναφορά στις Πράξεις των Αποστόλων, ότι ήταν παρόντες την Πεντηκοστή, όταν ο Πέτρος έκανε το κήρυγμά του. Ο Φίλων και ο Ιώσηπος, και οι δύο συγγραφείς του 1ου αι. μ.Χ., αναφέρονται στους Εβραίους της Κρήτης. Επιπλέον, ο Ιώσηπος παντρεύτηκε Εβραία της Κρήτης, από το δυτικό τμήμα του νησιού, πράγμα που καταδεικνύει ότι οι Εβραίοι ήταν παρόντες και σε άλλες περιοχές, πέραν των διοικητικών κέντρων στην ανατολική Κρήτη.

 

Ο Τάκιτος, στην Ιστορία του που γράφτηκε τον 1ο αι. μ.Χ., παρουσιάζει μία ενδιαφέρουσα θεωρία για τις καταβολές του όρου «ιουδαίοι». Υποστηρίζει ότι οι Εβραίοι ήταν στην πραγματικότητα Κρήτες κι ότι αρχικά η ονομασία τους ήταν «ιδαίοι» (δηλαδή, από το όρος Ίδα). Πέρα από την προφανή ομοιότητα των δύο λέξεων, η υπόθεση αυτή μπορεί να βασίζεται σε μία παράδοση που συνέδεε τους Παλαιστίνιους με τους Ετεοκρήτες, που εγκατέλειψαν το νησί μετά την άφιξη των Ελλήνων. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτή η θεωρία δεν έχει επιβεβαιωθεί.

 

Δυστυχώς, δεν έχουν γίνει συστηματικές ανασκαφές στις ρωμαϊκές τοποθεσίες του νησιού και οι επιγραφές της περιόδου είναι συχνά ασαφείς. Σε ορισμένες από αυτές, που προέρχονται από περιοχές κοντά στο Ηράκλειο και δυτικά μέχρι το Καστέλι Κισάμου, υπάρχει το ενδεχόμενο να γίνεται αναφορά σε Εβραίους. Ορισμένες ακόμη επιγραφές έχουν εντοπιστεί νοτιότερα, στους Αγίους Δέκα και στη Γόρτυνα. Περίπου 43 χλμ. ΝΑ του Ηρακλείου υπάρχει το χωριό Κασσάνοι ή Κάσανος. Εκεί διασώζεται το όνομα «εβραίοι» για μία παρακείμενη περιοχή και οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι πρόκειται για τοποθεσία πρώην νεκροταφείου. Κατά τη διάρκεια της θητείας του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β΄ (408-650 μ.Χ.) οι Εβραίοι αντιμετώπισαν διακρίσεις σε επίπεδο νομοθετικό, αλλά και στο επίπεδο ενός διάχυτου αντισημιτικού αισθήματος. Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν απαγορεύσεις στην ανέγερση συναγωγών, όπως και η κατάργηση του τίτλου του Νάση μετά την καθαίρεση του Γκαμάλιελ Β΄. Ο τίτλος αυτός (τον οποίο ενίοτε συναντάμε και με τον όρο «Πατριάρχης») είχε οριστεί από τον ρωμαϊκό νόμο προκειμένου να ελέγχονται οι εβραϊκές κοινότητες που ήταν διασκορπισμένες σε όλη την αυτοκρατορία. Η κατάργησή του αποσκοπούσε στο να αποκόψει το κεφάλι του Ιουδαϊσμού από το σώμα του, τις κοινότητες.

 

Ενδεχομένως οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι Εβραίοι στη νέα πραγματικότητα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, να οδήγησαν στην εμφάνιση του «Εβραίου Μεσσία» στην Κρήτη το 430 μ.Χ.. Εκείνη τη χρονιά ένας ραββίνος, ονόματι Μωυσής, εμφανίστηκε στο νησί, στο οποίο έκανε περιοδείες για έναν χρόνο, ισχυριζόμενος ότι είναι ο ίδιος Μωυσής που οδήγησε τους Ισραηλίτες από την Ερυθρά Θάλασσα στο Σινά. Υποσχόταν ότι τον επόμενο χρόνο θα οδηγούσε τους Κρήτες Εβραίους στην Ιερή τους Γη μέσω θαλάσσης. Εν αναμονή αυτού του θαύματος, εγκαταλείφθηκαν εμπορικές και οικονομικές δραστηριότητες της κοινότητας και σε ορισμένη μέρα οι Εβραίοι της Κρήτης συναντήθηκαν σε κάποιο σημείο που σήμερα δε μας είναι γνωστό και άρχισαν να πέφτουν από το γκρεμό στη θάλασσα, προκαλώντας τον τρόμο και την έκπληξη των Χριστιανών που παρακολουθούσαν το θέαμα. Πολλοί πνίγηκαν. Άλλοι σώθηκαν από ψαράδες που παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα. Ο ιστορικός Σωκράτης ο Σχολαστικός στην Εκκλησιαστική Ιστορία του, κάνει ιδιαίτερη αναφορά σε μαζικές προσχωρήσεις στον Χριστιανισμό από όσους επιβίωσαν από αυτό το περιστατικό. Δεν γνωρίζουμε τι απέγινε ο ραββίνος Μωυσής. Μας είναι άγνωστο πόσοι Εβραίοι άλλαξαν πίστη από ντροπή ή απόγνωση λόγω αυτού του γεγονότος. Πάντως οι αναφορές σε Εβραίους της Κρήτης έπαψαν για τους επόμενους αιώνες.

 

Ν. Σ.

Το 825 μ.Χ. Άραβες από την Ανδαλουσία κατέλαβαν την Κρήτη και εγκατέστησαν το διοικητικό τους κέντρο στη σημερινή πόλη του Ηρακλείου. Από το λιμάνι του ξεκινούσαν κουρσάροι, που σύντομα έγιναν η μάστιγα του Αιγαίου. Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη φαίνεται πως είχαν δεχτεί επιθέσεις εκείνη την περίοδο.

 

Μετά από σχεδόν 2000 χρόνια, η Κρήτη εμφανιζόταν ξανά ως θαλασσοκρατορία και μέσω των επιδρομών οι πειρατές στόχευαν στη λεηλασία παραλιακών πόλεων της ανατολικής Μεσογείου. Η Κάντια (όπως ήταν τότε η ονομασία του Ηρακλείου) περιτοιχίστηκε και προστατεύτηκε και από τάφρο.

 

Αν και οι Εβραίοι δεν αναφέρονται εκείνη την περίοδο, όμως μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ήταν ενεργοί στις αστικές περιοχές, μιας και η παρουσία τους εμφανίζεται ισχυρή στην Κάντια κατά τον 11ο αιώνα, δηλαδή λίγο μετά την ανακατάληψη του νησιού από τους Βυζαντινούς το 961.

Η βυζαντινή ανακατάληψη της Κρήτης έγινε βίαια. Ακολούθησε μία πλήρης διοικητική αναδιοργάνωση με ευθύνη στελεχών του βυζαντινού κράτους που ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη. Στα πλαίσια αυτής της αναδιοργάνωσης δόθηκε προτεραιότητα στην στερέωση της βυζαντινής εξουσίας στο νησί και στην ενίσχυση του χριστιανισμού.

 

Το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας ενίσχυσης του χριστιανισμού ανέλαβε ο Άγιος Νίκων, ο οποίος νωρίτερα ήταν ενεργός στην Πελοπόννησο και ιδιαίτερα γύρω από τη Σπάρτη, σε μία προσπάθεια να εξελληνίσει και να εκχριστιανίσει τις κοινότητες Σλάβων που υπήρχαν εκεί. Ήταν ιδιαίτερα σκληρός με την εβραϊκή κοινότητα της Λακωνίας. Παρά του ότι δεν έχουμε σχετικές αναφορές, μπορούμε να υποθέσουμε ότι αντίστοιχα κινήθηκε και απέναντι στους Εβραίους της Κρήτης μετά την ανακατάληψη του νησιού.

 

Καθ’ όλη αυτήν την περίοδο τα τείχη του Ηρακλείου επεκτείνονταν και η εβραϊκή συνοικία ενσωματώθηκε στην τοιχισμένη πόλη. Η ενσωμάτωση αυτή ίσως να καταδεικνύει το αξιόλογο μέγεθος της συνοικίας.

Η Βενετία εξαγόρασε την Κρήτη το 1207 στα πλαίσια διαμελισμού της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204.

 

Σύντομα μετά την ενσωμάτωση του νησιού στη θαλασσοκρατορία της Βενετίας, οι Εβραίοι της Κρήτης άρχισαν να συμμετέχουν στις απολαβές της επέκτασης του εμπορίου. Για πρώτη φορά, επίσης, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί βρέθηκαν στην ίδια θέση με τους Εβραίους, καθώς οι Καθολικοί Βενετοί θεωρούσαν τους Ορθόδοξους σχισματικούς, αν όχι αιρετικούς. Αυτό δεν γνωρίζουμε κατά πόσο επιδείνωσε τις σχέσεις των Ορθόδοξων με τους Εβραίους.

 

Ένας Εβραίους που αξίζει να αναφερθεί είναι ο Ηλίας μπεν Μωυσή Δαλμέδικος, ταλμουδιστής και φιλόσοφος από την Κάντια (Ηράκλειο), γεννημένος το 1460. Ενόσω ήταν ακόμη νέος ανέλαβε μία θέση στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβα και ως μαθητής του αναφέρεται ο Picco della Mirandola. Ο γιος του Μωυσή, Ιωσήφ, έγινε διάσημος φυσικός, αστρονόμος, φιλόσοφος και μαθηματικός. Ήταν ένας από τους πρώτους μαθητές του Γαλιλαίου. Ταξίδεψε στη Μέση Ανατολή και στην Ευρώπη και πέθανε στη Φρανκφούρτη.

 

Όπως όριζαν οι Βενετοί, οι Εβραίοι έπρεπε να φέρουν ένα διακριτικό στις δημόσιες εμφανίσεις τους και να ζουν εντός του γκέτο. Όμως, μπορούσαν να έχουν ενεργό ρόλο στην εμπορική δραστηριότητα της πόλης. Οι ελληνόφωνοι ρωμανιώτες Εβραίοι φαίνεται ότι τηρούσαν μία σχετικά χαλαρή στάση απέναντι στην τήρηση των εβραϊκών θρησκευτικών κανόνων. Αυτό μπορεί να οφειλόταν στην τήρηση του Παλαιστίνιου Ταλμούδ. Το 1228 επισκέφτηκε το Ηράκλειο ο Παλαιστίνιος ραββίνος Βαρούχ μπεν Ισαάκ, που προσπάθησε να εισαγάγει ορισμένους κανονισμούς στην κοινότητα. Οι κανονισμοί αυτοί έμειναν γνωστοί ως Takkanoth Kandya και αποτελούν βασική πηγή σήμερα για τους Κρήτες Εβραίους εκείνης της περιόδου.

 

Η ζωή των Εβραίων κατά την ενετική περίοδο είχε δυσκολίες, ιδιαίτερα επειδή οι τελευταίοι βρέθηκαν ανάμεσα στα διασταυρωμένα πυρά των Κρητικών και των Ενετών. Μέχρι το 1250 όχι μόνο είχε καθιερωθεί η χρήση διακριτικού για τις δημόσιες εμφανίσεις των Εβραίων, αλλά απαιτούνταν και η σήμανση των εβραϊκών κτιρίων. Αυτό βέβαια αποτελεί ένδειξη ότι οι Εβραίοι δραστηριοποιούνταν και εκτός του γκέτο. Οι Χριστιανοί του νησιού ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους Βενετούς, οι οποίοι αντιμετώπιζαν την Κρήτη με μία αποικιακή λογική. Το 1364 σημειώθηκε μία εξέγερση που κλόνισε την ενετική κυριαρχία. Στο Castel Nuovo (Καινούργιο ή Ψηλό Καστέλι) σκοτώθηκε ολόκληρη η εβραϊκή κοινότητα. Από τότε και στο εξής η πολιτική της Βενετίας απέναντι στην Κρήτη προσαρμόστηκε στην τοπική ιδιαιτερότητα και η Κρήτη έγινε σχεδόν αυτόνομη επαρχία, με δικό της ρέκτορα.

 

Σύμφωνα με τα ενετικά κατάστιχα, η εβραϊκή κοινότητα στο Ηράκλειο είχε επεκταθεί κατά το έτος 1395, όταν επανεκτιμήθηκε για φορολογικούς λόγους και της δόθηκαν εμπορικά προνόμια. Ο λόγος αυτής της επέκτασης μπορεί να ήταν η υποδοχή Εβραίων από την Ιβηρική χερσόνησο, όταν το 1391 οι εκεί κοινότητες αναγκάστηκαν σε μεταστροφή στον Χριστιανισμό.

 

Έναν αιώνα αργότερα, το 1481, στο Ηράκλειο σημειώνονταν 400 εβραϊκές οικογένειες και 4 συναγωγές. Για την ίδια περίοδο δεν έχουμε σχετικές πληροφορίες για την πόλη των Χανίων και του Ρεθύμνου. Εκτός από τους Εβραίους της πόλης, γνωρίζουμε για την ύπαρξη Εβραίων στα ύπαιθρο, οι οποίοι παρήγαγαν τυρί και κρασί κοσέρ, τόσο για εξαγωγές, όσο και για ίδια χρήση. Προκειμένου να περιοριστεί ο ανταγωνισμός στο τοπικό εμπόριο και την παραγωγή προϊόντων, θεσπίστηκαν νόμοι που επέβαλαν περιορισμούς στις αγοραπωλησίες γης των Εβραίων. Αυτό τους κατεύθυνε προς την πιστωτική δραστηριότητα και το εμπόριο μεταξιού, μέταλλου και δέρματος.

 

Οι Εβραίοι, επίσης, ήταν ιδιαίτερα ενεργοί στον πνευματικό τομέα και πολλοί ταξίδεψαν αρκετά, ιδιαίτερα στην Ιταλία. Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν ο ραββίνος Σεμάρια του Νεγρεπόντε (σημερινή Χαλκίδα), που γεννήθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα στην Κάντια και ήταν γνωστός για το θεολογικό του έργο. Ένας από τους υποστηρικτές του ήταν ο Ροβέρτος του Ανζού, βασιλιάς της Νάπολης.

Η πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Οθωμανούς το 1453 προκάλεσε ένα προσφυγικό ρεύμα Εβραίων και Χριστιανών προς την Κρήτη. Λίγο μετά την κατάληψη της Πόλης ο Ηλίας Καψάλης, ραββίνος από την Κρήτη, ορίστηκε αρχιραββίνος από τον Σουλτάνο Μεχμέτ Β΄. Η θέση του έμεινε κενή μετά τον θάνατό του και μέχρι τον πρώιμο 19ο αιώνα.

 

Γνωρίζουμε ότι, τουλάχιστον στο Ηράκλειο, οι εντάσεις μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων κατέληξαν ενίοτε σε βίαιες συγκρούσεις. Το ίδιο έτος με την πτώση της Πόλης, οι Εβραίοι του Ηρακλείου κατηγορήθηκαν ότι προκάλεσαν τους Χριστιανούς, σταυρώνοντας αρνιά και βλασφημώντας τα ιερά και τα όσια του Χριστιανισμού. Και οι δύο αυτές κατηγορίες ενάντια στους Εβραίους ήταν χαρακτηριστικές από τους ορθόδοξους και από τους καθολικούς Χριστιανούς. Δεν πρέπει, όμως, να παραβλεφθεί ότι ο πρώτος θρήνος για την πτώση της Πόλης αποδίδεται σε έναν Εβραίο της Κρήτης, τον Ηλία Μπελέλι.

 

Σταδιακά, κατά τον 15ο και 16ο αιώνα, η Καθολική και η Ορθόδοξη Εκκλησία άρχισαν να συμπλέουν σε ένα κλίμα συνεργασίας στην Κρήτη, γεγονός στο οποίο αποδίδεται και η ιδιαίτερη, υβριδική κρητο-ενετική κουλτούρα του νησιού. Αρκετοί Εβραίοι εκμεταλλεύτηκαν τους διευρυμένους ορίζοντες που άνοιγε η ενετική περίοδος στην πνευματική δραστηριότητα και ταξίδεψαν στην Ιταλία, όπου παρακολούθησαν σχολές στην Πάδοβα και τη Μάντοβα. Επίσης, οι Κρήτες Εβραίοι κράτησαν ζωντανές τις επαφές τους με άλλες εβραϊκές κοινότητες που είχαν ισχυρές ιταλικές επιρροές, όπως αυτήν της Κέρκυρας, της Ζακύνθου και του Λιβόρνο. Ιδιαίτερα ενεργοί εκείνη την περίοδο ήταν Εβραίοι από την Κρήτη με σαφή κοσμικό προσανατολισμό, όπως η οικογένεια των Δαλμέδικων.

 

Την ίδια στιγμή, όμως, οι Εβραίοι είχαν να αντιμετωπίσουν ένα ενωμένο χριστιανικό μέτωπο εναντίον τους. Στην Κρήτη έφταναν νέα για κερδοφόρες δραστηριότητες των Εβραίων εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πράγμα που ενίοτε οδήγησε σε εντάσεις. Το 1538 η κοινότητα του Ηρακλείου κατηγορήθηκε ότι έκρυβε Τούρκους και η σφαγή της αποτράπηκε την τελευταία στιγμή, με την επέμβαση των ενετικών στρατιωτικών δυνάμεων. Προς χάριν του θαύματος αυτής της διάσωσης, η κοινότητα διεξήγαγε τότε ένα Πουρίμ.

 

Η κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωμανούς χρειάστηκε περίπου όλο τον 17ο αιώνα για να πραγματοποιηθεί. Το δυτικό τμήμα του νησιού έπεσε σχετικά γρήγορα στον οργανωμένο στρατό του Γιουσούφ Πασά. Όμως, για την κατάληψη του Ηρακλείου χρειάστηκε μία 20ετής περίπου πολιορκία, έως ότου το κάστρο καταληφθεί από τους Οθωμανούς. Το 1669 οι Ενετοί έφυγαν χωρίς επιστροφή.

 

Η πορεία των Εβραίων της Κρήτης άλλαξε άρδην κάτω από την οθωμανική διοίκηση. Τα γκέτο στις πόλεις άνοιξαν και οι Εβραίοι μπορούσαν να κατοικήσουν και σε περιοχές που είχαν εγκαταλειφθεί από τους Ενετούς. Η Κρήτη γενικότερα μπήκε σε μια διαφορετική οικονομική τροχιά και λιμάνια όπως αυτά της Ιεράπετρας, του Ρεθύμνου και των Χανίων άρχισαν επικοινωνία με την Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια και τη Βεγγάζη. Υπάρχουν οικογένειες Εβραίων της Κρήτης που τεκμηριώνουν αυτή τη σχέση: οι Κωνσταντίνη (από την Κωνσταντία της βόρειας Αφρικής), οι Μινέρβο (από την Αλεξάνδρεια), οι Μιζραχή (από τη Σμύρνη) και άλλα ονόματα που φαίνεται ότι άνηκαν σε Εσκενάζι Εβραίους από την Ευρώπη.

 

Από την πτώση της δυτικής Κρήτης στους Οθωμανούς, το 1646, αρκετοί Κρήτες εξισλαμίστηκαν. Ιδιαίτερα οι μεγαλοκτηματίες, απόγονοι ενετο-κρητικών οικογενειών, έγιναν μουσουλμάνοι μέσα από την δραστηριότητα προσηλυτισμού του τάγματος των Δερβίσηδων στην Κρήτη. Οι Εβραίοι συνέχισαν να έχουν επαφές με τη Βενετία και το Ιόνια Νησιά και ορισμένοι μετοίκησαν εκεί.

 

Κατά τον 19ο αιώνα σημειώθηκαν αρκετές εξεγέρσεις στην Κρήτη. Η γενικότερη κατάσταση επιδεινωνόταν και κάποιοι Εβραίοι μετανάστευσαν. Εκτιμάται ότι το 1817 είχαν απομείνει περίπου 150 οικογένειες συνολικά σε Χανιά και Ηράκλειο. Το 1858 υπήρχαν 907 Εβραίοι σε όλο το νησί και το 1881 μόνο 647, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν στα Χανιά. Ενίοτε κατηγορούνταν για συκοφαντία του αίματος. Το 1887, για παράδειγμα, ο ίδιος ο Σουλτάνος κλήθηκε να παρέμβει σε ένα τέτοιο βίαιο επεισόδιο.

 

Οι εντάσεις του 19ου αιώνα στο νησί μπορούν να τεκμηριωθούν και από τους τέσσερις τάφους ραββίνων, που βρίσκονται στη νότια αυλή της Συναγωγής. Η νωρίτερη ταφή είναι αυτή του ραββίνου Χιλέλε Εσκενάζι, που πέθανε το 1710. Προφανώς, ήταν αδύνατο να μεταφερθεί η σωρός του από την εβραϊκή συνοικία στο εβραϊκό νεκροταφείο, που ήταν εκτός των τειχών, λόγω χριστιανικού όχλου που πρέπει να εμπόδισε τη διεξαγωγή της μεταφοράς και της κηδείας. Έτσι, αποφασίστηκε τελικά να ταφεί ο ραββίνος στον χώρο της Συναγωγής.

 

Αργότερα, μεταξύ 1821 και 1845, τρεις ακόμη ραββίνοι (ο Ιωσήφ μπεν Σαλόμ, ο αδερφός του Βαρούχ μπεν Σαλόμ κι ο Αβραάμ Χαμπίμπ της Καλλίπολης), θάφτηκαν παραδίπλα. Αναμφισβήτητα, ο περιορισμός αυτός ορίστηκε από βίαιες συνθήκες, μιας και τα έτη των θανάτων τους αφορούν περιόδους έξαρσης των αντιεβραϊκών αντιλήψεων τόσο στην Κρήτη, όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η Κρήτη ανακηρύχθηκε Αυτόνομη Πολιτεία, με ύπατο αρμοστή τον Έλληνα πρίγκιπα. Ιδρύθηκε Βουλή, στην οποία υπήρχαν και Εβραίοι εκπρόσωποι. Οι βουλευτικές τους θέσεις ήταν συνταγματικά ορισμένες, αν και αντιμετώπισαν δυσκολίες για να τις διατηρήσουν. Αφού η Κρήτη ενώθηκε με την Ελλάδα, το 1913, η εβραϊκή μετανάστευση συνεχίστηκε, έως ότου το 1941 είχαν απομείνει 364 Εβραίοι στα Χανιά, 1 στο Ρέθυμνο και 7 στο Ηράκλειο.

 

Ο αρχιραββίνος Κρήτης σε αυτά τα δύσκολα χρόνια ήταν ο Αβραάμ Εβλαγόν. Ο επίσημος διορισμός του έγινε το 1867 από τον Σουλτάνο Αμπντούλ Αζίζ, στα πλαίσια των μεταρρυθμίσεων που εφαρμόζονταν στην αυτοκρατορία. Από την άφιξή του σε αυτήν την ταραχώδη συγκυρία, ο Εβλαγόν κατεύθυνε την εβραϊκή κοινότητα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ήταν ιδιαίτερα ενεργός όταν η κατάσταση μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων έφτασε στα όρια ενός εμφύλιου πολέμου. Η Κρήτη ήταν μία οθωμανική επαρχία, που όμως διεκδικούνταν σταθερά από το ελληνικό κράτος, στα πλαίσια της αλυτρωτικής του πολιτικής. Η Ελλάδα, στις περισσότερες περιπτώσεις, υποστηριζόταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις (Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία, Γαλλία και Ιταλία), καθεμιά από τις οποίες είχε τη δική της ατζέντα για το μέλλον του νησιού. Ο ρόλος του Εβλαγόν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα δύσκολος μετά την αυτονομία του νησιού. Με την ένωση του νησιού δε με την Ελλάδα, η ισχύς του αρχιραββίνου πρέπει να μετριάστηκε κι ο ρόλος του Εβλαγόν να έφθινε. Αυτή ήταν η μοίρα, εξάλλου, όλων όσων δεν ταίριαζαν εύκολα στα νέα, εθνικά σχήματα των κρατών. Οι Κρήτες μουσουλμάνοι, οι Αρμένηδες, οι Χαλικούτες και οι Εβραίοι είχαν γίνει τώρα «άλλοι» και δεν είχαν ακριβή ρόλο στο νησί ως κομμάτι της ελληνικής επικράτειας. Η μαζική μετανάστευση των μουσουλμάνων είχε ήδη ξεκινήσει από το 1896. Ακολούθησε η εξαφάνιση των Αρμένιων, που είτε έφυγαν, είτε αφομοιώθηκαν από τον ορθόδοξο πληθυσμό. Οι Αφρικανοί εξαφανίστηκαν σταδιακά. Η τύχη αυτών, όπως και των Εβραίων, δεν ήταν πολύ ξεκάθαρη. Ήδη από το 1900 οι Εβραίοι είχαν ξεκινήσει να αποχωρούν και το κέντρο της εβραϊκής ζωής ήταν πλέον στα Χανιά. Η ανησυχία του Εβλαγόν ήταν εμφανής σε μία προειδοποίηση που απηύθυνε στην εβραϊκή κοινότητα της πόλης, με την επισήμανση να μιλούν ελληνικά κι όχι Λαντίνο (εβραιο-ισπανικά) ή τουρκικά. Ο αρχιραββίνος Εβλαγόν πέθανε το 1933. Λίγο πριν τον θάνατό του έγραψε τα απομνημονεύματά του από την περίοδο της θητείας του στο νησί.

 

Στις αρχές του 20ού αιώνα οι εβραϊκές κοινότητες της Ελλάδας ήταν εν μέσω προσαρμογής στην εθνική ταυτότητα που είχε πρόσφατα διαδοθεί. Επίσης, οι κοινότητες αυτές δεν είχαν εμπειρία από διώξεις και πογκρόμ, με την εξαίρεση των Σεφαραδιτών Εβραίων που κατά τον 15ο αιώνα είχαν εκδιωχθεί από την Ιβηρική και είχαν εγκατασταθεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο εθνικισμός, όμως, είχε διαβρώσει τη δομή της αυτοκρατορίας ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα και νέα εθνικά κράτη είχαν εμφανιστεί στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Σερβία κι ένα νεοπαγές τουρκικό εθνικιστικό κίνημα στην ίδια την αυτοκρατορία είχαν δημιουργήσει ένα νέο σχήμα, ιδιαίτερα περίπλοκο και επίφοβο σε ορισμένες περιπτώσεις. Μέσα σε αυτό οι Εβραίοι είχαν περιθωριοποιηθεί, αν και είχαν ήδη εμφανιστεί οι προσδοκίες για την δημιουργία μίας πατρίδας, εμφανείς στις πρώτες μετακινήσεις εβραϊκών πληθυσμών από την ανατολική Ευρώπη στην Παλαιστίνη. Όμως, ως επί το πλείστον οι μέχρι πρότινος Οθωμανοί Εβραίοι βρέθηκαν να είναι Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι ή «άλλοι» Εβραίοι.

 

Η διαδικασία συγκρότησης του έθνους-κράτους στην Ελλάδα στηριζόταν στον αλυτρωτισμό και βασιζόταν σε επιθετικές πολιτικές εξάπλωσης, που εμπνέονταν από την εικόνα μιας Ελλάδας που ποτέ δεν είχε υπάρξει, σε αντίθεση με τη Βουλγαρία ή τη Σερβία, που είχαν υπόσταση ως βασίλεια πριν την κατάκτησή τους από τους Οθωμανούς. Αυτό που αποτελούσε το δέλεαρ για τον ελληνικό εθνικισμό ήταν ένας απροσδιόριστος πολιτισμικός, γλωσσικός και θρησκευτικός «χώρος».

 

Αυτή η διαδικασία βρήκε μια ισορροπία μετά το 1913, όταν η Θράκη, η Ήπειρος και η Κρήτη ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος. Αυτό σήμαινε και την ένταξη περίπου 100.000 Εβραίων, πρώην Οθωμανών πολιτών, στο ελληνικό κράτος, που στο εξής και μέχρι το 1941 ήταν στη διαδικασία επαναπροσδιορισμού τους ως Ελλήνων Εβραίων. Αυτός ο πληθυσμός, όμως, δεν είχε και ο ίδιος μία εσωτερική ενότητα και οποιαδήποτε προσπάθεια να την αποκτήσει, είχε αποτύχει. Εξάλλου, και οι προηγούμενες προσπάθειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να ορίσει έναν αρχιραββίνο για ολόκληρη την επικράτειά της – όμοια με τη δομή του Πατριαρχείου, στο οποίο εντάσσονταν τόσο οι Έλληνες, όσο και οι Αρμένιοι – είχαν αποτύχει ήδη από τον 16ο αιώνα.

 

Από την άλλη, ο Σιωνισμός ήταν δέλεαρ για ορισμένους, όχι όμως για όλους. Για τους Εβραίους πρώην υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η μετανάστευση ήταν μία επιλογή. Το διαπιστώνουμε καθώς περίπου το 1/3 των Ελλήνων Εβραίων άφησαν τις κοινότητές τους στην Ελλάδα κι έφυγαν. Σίγουρα αυτή ήταν η περίπτωση του Ηρακλείου, όπου η κοινότητα που άλλοτε συντηρούσε 4 συναγωγές, είχε σχεδόν εξαφανιστεί το 1912. Το γεγονός ότι η κοινότητα των Χανίων συντηρήθηκε σε έναν μεγάλο βαθμό ήταν αποτέλεσμα του ότι η πόλη αποτελούσε το διοικητικό κέντρο του νησιού. Φαίνεται ότι έτσι κατέληξαν εδώ και μέλη άλλων, μικρών κοινοτήτων, όπως αυτής του Ρεθύμνου, της Κισάμου ή ακόμη και της Σητείας. Παρόλ’ αυτά και εδώ ο εβραϊκός πληθυσμός είχε φτάσει να είναι αρκετά μικρός. Σε κάθε περίπτωση, στο σύνολο του νησιού κατά το 1900 εντοπίζονται περίπου 600 Εβραίοι, που το 1941 είχαν μειωθεί στους 300.

 

Ν. Σ.

Η ναζιστική κατοχή στην Ελλάδα ξεκίνησε το 1941 και διήρκησε έως τα τέλη του 1944, αλλά στην περίπτωση των Χανίων η απελευθέρωση έγινε την άνοιξη του 1945. Η Ελλάδα είχε περιφερειακή σημασία για την Γερμανία, όμως η τελευταία κλήθηκε να εκστρατεύσει σε ελληνικά εδάφη προκειμένου να συνδράμει τους Ιταλούς και Βούλγαρους συμμάχους της στις επεκτατικές τους βλέψεις. Η Κρήτη κατελήφθη τον Μάιο του 1941. Η αντίσταση των ντόπιων ήταν μεγάλη. Οι τρεις μεγάλες πόλεις του νησιού, Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο, βομβαρδίστηκαν ανελέητα.

 

Οι δυνάμεις του Άξονα τελικά επικράτησαν στη Μάχη της Κρήτης και εγκαταστάθηκαν στο νησί τον Ιούνιο του 1941. Ορίστηκαν δύο ζώνες κατοχής: οι Γερμανοί πήραν τη μερίδα του λέοντος, που περιλάμβανε τις κύριες πόλεις και λιμάνια, ενώ οι Ιταλοί κράτησαν τον ανατολικό νομό του Λασιθίου. Εξ αρχής ήταν σαφής η πρόθεση των Ναζί απέναντι στους Εβραίους. Από την Ανώτατη Διοίκηση εκδόθηκε εντολή όλοι οι Εβραίοι να καταθέσουν τα μαχαίρια με τα οποία τελούσαν θρησκευτικές σφαγές ζώων. Ακολούθησε διαταγή να συνταθχεί από τον ραββίνο Ηλία Όσμο λίστα των μελών της εβραϊκής κοινότητας και να κατατεθεί στην κατοχική διοίκηση.

 

Τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου 1944 οι Εβραίοι της Κρήτης συνελήφθησαν. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ζούσαν στην εβραϊκή συνοικία, δηλαδή στα τετράγωνα μεταξύ των οδών Κονδυλάκη, Σκούφων, Πόρτου και Ζαμπελίου, στην παλιά πόλη των Χανίων. Υπήρχαν όμως και κάτοικοι εκτός εβραϊκής, στην Χαλέπα, τη Σπλάντζια ή άλλες γειτονιές. Συνελήφθησαν και αυτοί και, μαζί με το κομβόι από την παλιά πόλη, μεταφέρθηκαν στις φυλακές της Αγιάς, όχι μακριά από τα Χανιά. Κρατήθηκαν εκεί σε απάνθρωπες συνθήκες, όπως έχουν περιγράψει Χριστιανοί φίλοι τους που προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί τους. Πολλοί δεν είχαν τι να φορέσουν πέρα από τα ρούχα με τα οποία βρέθηκαν την ώρα της σύλληψής τους. Από την Αγιά μεταφέρθηκαν στο Ηράκλειο με φορτηγά, απ’ όπου και επιβιβάστηκαν στο πλοίο Τάναϊς, στο οποίο βρίσκονταν επίσης αντιστασιακοί και Ιταλοί αιχμάλωτοι. Το πλοίο είχε προορισμό τον Πειραιά, απ’ όπου θα μεταφέρονταν πιθανότατα στο Άουσβιτς, ακολουθώντας την πορεία των συλληφθέντων Εβραίων από την υπόλοιπη Ελλάδα.

 

Για αρκετά χρόνια δεν ήταν σαφείς οι λεπτομέρειες για τις τελευταίες ώρες του Τάναϊς και την τύχη των ανθρώπων που επέβαιναν στο πλοίο. Αυτό που είχε γίνει γνωστό ήταν ότι το σκάφος βυθίστηκε κι ότι όλοι είχαν πνιγεί. Τα νεότερα στοιχεία που πρόσφατα γνωστοποιήθηκαν από τα αρχεία του Foreign Office στο Λονδίνο δίνουν περισσότερες λεπτομέρειες: το Τάναϊς εντοπίστηκε από κάποιο βρετανικό υποβρύχιο, τορπιλίστηκε και βυθίστηκε μέσα σε 15 λεπτά. Κανείς από τους αιχμαλώτους δεν σώθηκε.

 

Σε ανάμνηση της εβραϊκής κοινότητας των Χανίων κάθε χρόνο τελείται μνημόσυνο, στη διάρκεια του οποίου διαβάζεται η λίστα με τα ονόματα των θυμάτων.

 

Ν. Σ.